ἐπαγγελία

ἡ ἐπ|αγγελία возвещение, обетование

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἐπαγγελία" в других словарях:

  • ἐπαγγελία — ἐπαγγελίᾱ , ἐπαγγελία command fem nom/voc/acc dual ἐπαγγελίᾱ , ἐπαγγελία command fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επαγγελία — η завет, обет; ΦΡ. Γη της Επαγγελίας Земля Обетованная – Ханаанская земля, которая была свыше назначенным уделом для Еврейского народа …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • επαγγελία — η (Α ἐπαγγελία) [επαγγέλλομαι] 1. υπόσχεση, διαβεβαίωση 2. φρ. «γη τής επαγγελίας» η Χαναάν, η χώρα που υποσχέθηκε ο θεός στους Εβραίους («πίστει παρῴκησεν εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν», ΚΔ) νεοελλ. φρ. α) «δημόσια επαγγελία» δημόσια… …   Dictionary of Greek

  • ἐπαγγελίᾳ — ἐπαγγελίαι , ἐπαγγελία command fem nom/voc pl ἐπαγγελίᾱͅ , ἐπαγγελία command fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επαγγελία — η 1.υπόσχεση, διαβεβαίωση, λόγος τιμής: Οι προεκλογικές επαγγελίες δεν τηρούνται πάντα. 2. φρ., «γη της επαγγελίας», α. η χώρα που υποσχέθηκε ο Θεός στους Εβραίους, η Χαναάν. β. κάθε εύφορη και πλούσια σε αγαθά χώρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπαγγελίας — ἐπαγγελίᾱς , ἐπαγγελία command fem acc pl ἐπαγγελίᾱς , ἐπαγγελία command fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαγγελίαι — ἐπαγγελία command fem nom/voc pl ἐπαγγελίᾱͅ , ἐπαγγελία command fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαγγελίαν — ἐπαγγελίᾱν , ἐπαγγελία command fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Эпаггелия —    • Έπαγγελία,          называлось в Афинах высказанное в народном собрании, иногда подкрепленное клятвою заявление о желании начать против кого нибудь уголовный процесс (δοκιμασίαν τινι επαγγέλλειν) особенно против ораторов и государственных… …   Реальный словарь классических древностей

  • ἐπαγγελιῶν — ἐπαγγελία command fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαγγελίαις — ἐπαγγελία command fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.